bounty

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bounty (en)

  • χρηματικό ποσό μιας επικήρυξης, αμοιβή που προκηρύσσεται για όποιον επιτύχει μια συγκεκριμένη πράξη, πχ τη σύλληψη ενός επικηρυγμένου