boza

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

boza < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική بوزه

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bɔˈzɑ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: bo‐za

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

boza (tr)

Κλίση[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • bozacının şahidi şıracı: (κυριολεκτικά: ο μάρτυρας του μποζαπώλη είναι ο σιραπώλης) άτομα με την ίδια ή παρόμοια νοοτροπία σίγουρα θα προστατεύουν το ένα το άλλο