bure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bure bures

bure (fr) θηλυκό

  1. καφετί χοντροκομμένο μάλλινο ύφασμα

Αναγραμματισμοί[επεξεργασία]