Μετάβαση στο περιεχόμενο

cabalistique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cabalistique cabalistiques

Επίθετο

[επεξεργασία]

cabalistique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]