capteur
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- capteur < capter
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| capteur | capteurs |
capteur (fr) αρσενικό
- ο λήπτης, ο αισθητήρας
| ενικός | πληθυντικός |
| capteur | capteurs |
capteur (fr) αρσενικό