Μετάβαση στο περιεχόμενο

caracole

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

caracole (en)

  • μισή στροφή που εκτελείται από άλογο και αναβάτη