carbon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

carbon (en)

  1. (χημεία) ο άνθρακας
  2. ο γαιάνθρακας, το κάρβουνο
  3. το καρμπόν
     συνώνυμα: carbon paper
  4. το αντίγραφο που παρήχθη με τη χρήση καρμπόν
     συνώνυμα: carbon copy