Μετάβαση στο περιεχόμενο

carburateur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
carburateur carburateurs

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

carburateur (fr) αρσενικό