cataract

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cataract (en)

  1. καταρράκτης (υδατόπτωση)
  2. καταρρακτώδης βροχή
  3. (ιατρική) καταρράκτης (ασθένεια των ματιών)