βροχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βροχή βροχές
γενική βροχής βροχών
αιτιατική βροχή βροχές
κλητική βροχή βροχές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βροχή < ελληνιστική κοινή βροχή < βρέχω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɾɔ.ˈçi/
βροχή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βροχή θηλυκό

  1. μορφή υετού, σταγόνες νερού που πέφτουν από τα σύννεφα
  2. (μεταφορικά) παρόμοια γεγονότα που συμβαίνουν σε μεγάλο αριθμό μέσα σε μικρό διάστημα
    ο υπουργός δέχτηκε μια βροχή κατηγοριών για τις κυνικές δηλώσεις του

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (τώρα μόνο) μια βροχή θα μας σώσει: οικεία έκφραση που εκφέρεται συνήθως σε καταστάσεις απελπισίας
  • ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται: παροιμιακή έκφραση που δείχνει ότι πλέον δεν μπορεί να προκληθεί περισσότερος φόβος ή ζημιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]