βροχόμετρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βροχόμετρο τα βροχόμετρα
      γενική του βροχομέτρου
& βροχόμετρου
των βροχομέτρων
& βροχόμετρων
    αιτιατική το βροχόμετρο τα βροχόμετρα
     κλητική βροχόμετρο βροχόμετρα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βροχόμετρο < βροχή + μέτρο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βροχόμετρο ουδέτερο

  1. (μετεωρολογία): μετεωρολογικό όργανο μέτρησης της βροχόπτωσης

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]