σύννεφο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σύννεφο | τα | σύννεφα |
| γενική | του | σύννεφου | των | σύννεφων |
| αιτιατική | το | σύννεφο | τα | σύννεφα |
| κλητική | σύννεφο | σύννεφα | ||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σύννεφο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σύννεφο, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο < ελληνιστική κοινή σύννεφος[1] < συν- + νέφος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈsi.ne.fo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σύν‐νε‐φο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σύννεφο ουδέτερο
- (μετεωρολογία) ορατή μάζα συμπυκνωμένων υδρατμών που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος πάνω από το έδαφος
- ※ Και η σκέψη μου, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν θολή, ξαφνικά καθάρισε, σαν να φύσηξε ένα δυνατό χαμσίνι, σαν αυτά που έκαναν τη ζωή μου δύσκολη στην έρημο, και να 'διωξε τα σύννεφα που τη σκοτείνιαζαν. (Δημήτρης Εμμανουήλ, Τράνζιτ, εκδ. Ίκαρος 2005)
- ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, [διήγημα], (1892) @papadiamantis.net, (Στό Χριστό, στό Κάστρο στη Βικιθήκη)
- Ὁ ἥλιος εἶχε προβάλει ἀπὸ τὰ σύννεφα ἐπ᾽ ὀλίγας στιγμάς (ἥλιος μὲ τὰ δόντια, ― γριὰ μὲ τὰ χταπόδια! ἀνέκραξεν ὁ Λαμπράκης)
- (μεταφορικά) αντικείμενα σε μεγάλο αριθμό σαν σε σύννεφο
- ※ Με τις χύτρες που τρώγαμε φαΐ, κάναμε ουρά να πάρουμε νερό από τη θάλασσα και το ανεβάζαμε να πλύνουμε τους καμπινέδες πάνω στο βουνό για να φύγουνε οι ακαθαρσίες για να μη μας φάει η μύγα. Η μύγα σύννεφο. Και μέσα σ’ όλο αυτό πιάνει κι ένα χαμψίνι. Για να πάρεις το φαΐ σου από το μαγειρείο, εκεί που το μοιράζανε, και για να πας στο τσαντίρι σου γέμιζε χώμα και μύγες. Κόλαση πραγματική. (Στη Γυάρο το ‘67, alithia.gr, 22/04/2024 )
- ≈ συνώνυμα: νέφος, νεφέλη, νέφαλο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
σύννεφο στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σύννεφο
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σύννεφο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα συν- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μετεωρολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)