cloud
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| cloud | clouds |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]cloud (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το σύννεφο, το νέφος
There is a gray cloud in the sky.
- Ένα γκρι σύννεφο υπάρχει στον ουρανό.
- μεγάλη μάζα από κάτι στον αέρα, για παράδειγμα σκόνη ή καπνός
The cars were raising a cloud of dust on the dirt road.
- Τα αυτοκίνητα σήκωναν μπουχό στον χωματόδρομο.
- πιθανοσύνολο δεδομένων (παγκοσμίως έχει ασαφή όρια και δεν είναι στατικό)