συννεφόκαμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το συννεφόκαμα
      γενική
    αιτιατική το συννεφόκαμα
     κλητική συννεφόκαμα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συννεφόκαμα < σύννεφ(ο) + -ό- κάμα < καίω [1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συννεφόκαμα ουδέτερο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]