κάμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κάμα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. κάμα < (υποχωρητικό) καίω + -άμα
  2. κάμα < (υποχωρητικό) καμάκι

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

κάμα ουδέτερο

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κάμα τα κάματα
      γενική του κάματος των καμάτων
    αιτιατική το κάμα τα κάματα
     κλητική κάμα κάματα
όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
  1. υπερβολική ζέστη
    Κάμα ανυπόφερτο κάνει τη θάλασσα να ανασαίνει βαριά. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)


Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

κάμα θηλυκό

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάμα οι κάμες
      γενική της κάμας των καμών
    αιτιατική την κάμα τις κάμες
     κλητική κάμα κάμες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]