κάμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Κάμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. κάμα < (υποχωρητικό) καίω + -άμα
  2. κάμα < (υποχωρητικό) καμάκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

κάμα ουδέτερο

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάμα κάματα
γενική κάματος καμάτων
αιτιατική κάμα κάματα
κλητική κάμα κάματα
  1. υπερβολική ζέστη
    Κάμα ανυπόφερτο κάνει τη θάλασσα να ανασαίνει βαριά. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)






Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

κάμα θηλυκό

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάμα κάμες
γενική κάμας καμών
αιτιατική κάμα κάμες
κλητική κάμα κάμες
  1. δίκοπο μαχαίρι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]