κάματος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάματος κάματοι
γενική καμάτου
& κάματου
καμάτων
& κάματων
αιτιατική κάματο καμάτους
& κάματους
κλητική κάματε κάματοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάματος < αρχαία ελληνική κάματος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάματος αρσενικό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κάματος καμάτω κάματοι
Γενική καμάτου καμάτοιν καμάτων
Δοτική καμάτ καμάτοιν καμάτοις
Αιτιατική κάματον καμάτω καμάτους
Κλητική κάματε καμάτω κάματοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάματος < κάμνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάματος αρσενικό

  1. μόχθος
  2. κόπος
    οὐδεὶς κάματος εὐσεβεῖν θεούς. (Πλούταρχος, Πῶς δεῖ τὸν νέον ποιημάτων ἀκούειν, 20, D9)
  3. ωδίνες
  4. ασθένεια
  5. ό,τι κερδίζουμε με κόπο
  6. το αποτέλεσμα κοπιαστικής προσπάθειας

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κάματος καμάτω κάματοι
Γενική καμάτου καμάτοιν καμάτων
Δοτική καμάτ καμάτοιν καμάτοις
Αιτιατική κάματον καμάτω καμάτους
Κλητική κάματε καμάτω κάματοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάματος < αρχαία ελληνική κάματος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάματος αρσενικό

  1. κόπος, μόχθος
  2. προσπάθεια
  3. κούραση
  4. τόκος
  5. εργασία
  6. μισθός