ασυννέφιαστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασυννέφιαστος < α στερητ.+συννεφιάζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασυννέφιαστος

  1. ο χωρίς σύννεφα, ανέφελος, αίθριος, ξάστερος
  2. (μτφ.) γαλήνιος, αδιατάραχος

έζησε μια ζωή ασυννέφιαστη


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]