causar

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

causar (pt) < από το causa

Ρήμα[επεξεργασία]

causar (pt)

  1. γίνομαι η αιτία, έχω ως αποτέλεσμα, προκαλώ
  2. (στη Βραζιλία, αργκώ): προκαλώ με κάτι εντυπωσιακό τον περίγυρο, τραβώ την προσοχή