cedr

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

cedr < λατινική cedrus < κέδρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cedr (pl) αρσενικό

  1. ο κέδρος



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

cedr < λατινική cedrus < κέδρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cedr (cs) αρσενικό

  1. ο κέδρος