κέδρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κέδρος οι κέδροι
      γενική του κέδρου των κέδρων
    αιτιατική τον κέδρο τους κέδρους
     κλητική κέδρε κέδροι
Παράρτημα
Pedrengo cedro nel parco Frizzoni.jpg

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κέδρος < ὁ ελληνιστική κοινή κέδρος < ἡ αρχαία ελληνική κέδρος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈcɛ.ðɾɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κέδρος αρσενικό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]