censorship

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

censorship (en)

  1. η λογοκρισία
    preventive censorship - προληπτική λογοκρισία