Μετάβαση στο περιεχόμενο

censorship

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

censorship (en) (μη μετρήσιμο)

  • η λογοκρισία
    παράδειγμα  repeated cases of political censorship - αλλεπάλληλα κρούσματα πολιτικής λογοκρισίας