Μετάβαση στο περιεχόμενο

chancellerie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chancellerie chancelleries

chancellerie (fr) θηλυκό