chaussette

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

chaussette < chausse + -ette

Προφορά[επεξεργασία]

chaussette 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chaussette (fr) θηλυκό (πληθυντικός:chaussettes)