chicorée

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chicorée chicorées

chicorée (fr) θηλυκό

  1. (βοτανική) το κιχώριο, το ραδίκι