chomik

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈxɔ.mik/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chomik (pl) αρσενικό

  1. (ζωολογία) το χάμστερ
  2. (μεταφορικά) άτομο που μαζεύει άχρηστα πράγματα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]