Μετάβαση στο περιεχόμενο

chorale

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chorale chorales

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

chorale (fr) θηλυκό

Ομώνυμα / Ομόηχα

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

chorale (fr)