chustka

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Πολωνικά (pl) [edit]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[edit]

chustka 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

chustka (pl) θηλυκό

  1. μαντίλι για το λαιμό ή για τη μύτη