Μετάβαση στο περιεχόμενο

cicatrisation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cicatrisation cicatrisations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cicatrisation (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]