Μετάβαση στο περιεχόμενο

circulate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας circulate
γ΄ ενικό ενεστώτα circulates
αόριστος circulated
παθητική μετοχή circulated
ενεργητική μετοχή circulating

circulate (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) κυκλοφορώ, για τη μετακίνηση υγρών ή αερίων
    παράδειγμα  Open the windows to get the air circulating.
    Άνοιξε τα παράθυρα να κυκλοφορήσει ο αέρας.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) κυκλοφορώ, διαδίδω μια ιστορία, μια ιδέα ή πληροφορίες
    παράδειγμα  The first trailer for the new movie has been circulating online.
    Το πρώτο τρέιλερ για τη νέα ταινία κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο.