clínico

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

clínico (pt) < από το κλινικός < κλίνη

ενικός πληθυντικός
clínico clínicos

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

clínico (pt)

  1. ο σχετικός με την κλινική εικόνα ενός ασθενούς και την θεραπεία του σε νοσηλευτικό ίδρυμα