cogito

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

cogito < co- + agito

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkoː.ɡi.toː/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

cogito (la) (cōgitō1, cōgitāvī, cōgitātum, cōgitāre)

  1. σκέφτομαι

Κλίση[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. cogito, ergo sum (=σκέφτομαι, άρα υπάρχω) του Ρενέ Ντεκάρτ