compte rendu
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| compte rendu | comptes rendus |
compte rendu (fr) αρσενικό
- τα πρακτικά
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| compte rendu | comptes rendus |
compte rendu (fr) αρσενικό