confer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

confer (en)

  1. παρέχω
  2. προσδίδω (πχ. γενετική ιδιότητα μέσω διαγενετικού σχεδιασμού)