confluent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
confluent confluents

confluent (fr) αρσενικό

  1. η συμβολή δύο ποταμών

Δείτε επίσης[επεξεργασία]