consent
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| consent | consents |
consent (en)
- (μη μετρήσιμο) η άδεια, η συναίνεση, η συγκατάθεση, το δικαίωμα που δίνεται σε κάποιον να πει ή να κάνει κάτι ή η συμφωνία για κάτι
I will never give my consent for this marriage.
- Ποτέ δεν θα δώσω άδεια γι' αυτό τον γάμο.
His consent is not necessary.
- Η συναίνεση του δεν είναι αναγκαία.
The government gave its consent for the proposed wage increases.
- Η κυβέρνηση έδωσε τη συγκατάθεσή της στις προτεινόμενες αυξήσεις μισθών.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | consent |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | consents |
| αόριστος | consented |
| παθητική μετοχή | consented |
| ενεργητική μετοχή | consenting |
- (αμετάβατο) συναινώ, συγκατατίθεμαι, δίνω άδεια για κάτι
I will never consent to this marriage.
- Ποτέ δε θα συναινέσω/συγκατατεθώ σ' αυτό το γάμο.