συναίνεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συναίνεση < ελληνιστική κοινή συναίνεσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συναίνεση θηλυκό

  1. συγκατάθεση, αποδοχή
    το παιδί άλλαξε σχολείο έπειτα από υπόδειξη των διδασκόντων και με τη συναίνεση των γονέων
  2. σε συλλογικά σώματα, η ύπαρξη μιας ευρείας αποδοχής, πολύ ανώτερης από την συνήθη πλειοψηφία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]