Μετάβαση στο περιεχόμενο

consommatrice

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
consommatrice consommatrices

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
consommatrice < consomm(er) + -atrice
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: κονσοματρίς (με διαφορετική σημασία)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɔ̃.sɔ.ma.tʁis/
 
ομόηχο: consommatrices

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

consommatrice (fr) θηλυκό (αρσενικό consommateur)

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

consommatrice (fr)