consommatrice
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| consommatrice | consommatrices |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- consommatrice < consomm(er) + -atrice
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: κονσοματρίς (με διαφορετική σημασία)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]consommatrice (fr) θηλυκό (αρσενικό consommateur)
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]consommatrice (fr)
- θηλυκό του consommateur