corb

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Παλαιά γαλλικά (fro)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corb αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) το κοράκι

Άλλες γραφές[επεξεργασία]