κοράκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοράκι κοράκια
γενική κορακιού κορακιών
αιτιατική κοράκι κοράκια
κλητική κοράκι κοράκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κοράκι < κοράκιον(υποκοριστικό) < αρχαία ελληνική κόραξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /kɔ.ˈɾa.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κοράκι ουδέτερο

  1. (ορνιθολογία) μαύρο σαρκοφάγο πουλί, κόρακας
  2. ιδιοκτήτης ή υπάλληλος γραφείου κηδειών
  3. (ναυτικός όρος), (ιδιωματικό): η στείρα των πλοίων, των σκαφών και των λέμβων

Εκφράσεις[]

  • πέσανε σαν τα κοράκια: προσπαθούν να επωφεληθούν από τη δυστυχία κάποιου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]