κορούλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κορούλα | οι | κορούλες |
| γενική | της | κορούλας | — | |
| αιτιατική | την | κορούλα | τις | κορούλες |
| κλητική | κορούλα | κορούλες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κορούλα < υποκοριστικό του κόρη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κορούλα θηλυκό
- μικρή κόρη
- ※ Στη νοσταλγία των φίφτις αυτοί αντέταξαν την επικαιρότητα των έιτις. Στις υπερπαραγωγές της «Σιτροέν» αυτοί έβαλαν ένα «Φολκσβάγκεν» να πέφτει κάτω, ανοίγοντας μια τρύπα. Στις μπανιέρες και τα αυτόματα πλυντήρια της εποχής της Πέγκυ Σου αυτοί έβαλαν τη μέση αγγλίδα νοικοκυρά να πανικοβάλλεται με την κορούλα της, Μάργκαρετ, που τρώει την τάδε μάρκα μπιζελιών και ονειρεύεται όταν μεγαλώσει να γίνει πρωθυπουργός. (Τσχυδρόμος, τεύχη 45-48, 1991, σελ. 61)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- κορούδα (κυπριακά)