corf

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Αρχαία γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400 []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

corf αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) το κοράκι (→ δείτε τη λέξη: corb)