Μετάβαση στο περιεχόμενο

cornée

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cornée cornées

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cornée (fr) θηλυκό