corvo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Corvo

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

corvo < λατινική corvus

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corvo (it)

  1. (ορνιθολογία) το κοράκι