Μετάβαση στο περιεχόμενο

cough

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cough coughs

cough (en)

  • ο βήχας, το βήξιμο
    παράδειγμα  a dry/persistent cough - ξερός/επίμονος βήχας
    παράδειγμα  cough syrup/drops - σιρόπι/παστίλιες για το βήχα
    παράδειγμα  I heard a loud cough.
    Άκουσα ένα δυνατό βήχα.
    παράδειγμα  A loud cough gave away his presence.
    Ένα δυνατό βήξιμο πρόδωσε την παρουσία του.
ενεστώτας cough
γ΄ ενικό ενεστώτα coughs
αόριστος coughed
παθητική μετοχή coughed
ενεργητική μετοχή coughing

cough (en)

  • (αμετάβατο) βήχω
    παράδειγμα  I am congested and coughing non-stop.
    Είμαι συναχωμένος και βήχω συνέχεια.