Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Αγγλικά (en)
Εναλλαγή
Αγγλικά (en)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Ουσιαστικό
1.3
Πηγές
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
countryside
36 γλώσσες
العربية
Asturianu
Čeština
Cymraeg
Dansk
English
Español
Eesti
Suomi
Français
Magyar
Ido
Italiano
日本語
ភាសាខ្មែរ
한국어
Kurdî
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Oromoo
Polski
Русский
Sängö
සිංහල
Simple English
Svenska
Kiswahili
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
ئۇيغۇرچە / Uyghurche
اردو
Tiếng Việt
閩南語 / Bân-lâm-gí
中文
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
[
επεξεργασία
]
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
countryside
<
country
+
-side
Ουσιαστικό
[
επεξεργασία
]
countryside
(en)
(
μη
μετρήσιμο
)
η
ύπαιθρος
, το
ύπαιθρο
, η
εξοχή
, γη που είναι έξω από πόλεις, με χωράφια, δάση κτλ.
The
countryside
is beautiful in spring.
Η
ύπαιθρος
είναι πανέμορφη την άνοιξη.
We went out to the
countryside
.
Πήγαμε στην
εξοχή
.
Πηγές
[
επεξεργασία
]
countryside
-
Oxford Learner's Dictionaries
Κατηγορίες
:
Λέξεις με επίθημα -side (αγγλικά)
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
countryside
36 γλώσσες
Προσθήκη θέματος