Μετάβαση στο περιεχόμενο

créatrice

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
créatrice créatrices

créatrice (fr) θηλυκό