créoliser

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

créoliser (fr)

  1. (γλωσσολογία) δίνω στον τρόπο χρήσης μιας γλώσσας τα χαρακτηριστικά μιας κρεολής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: créole