creamy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

creamy (en)

  1. που περιέχει κρέμα ή έχει τη γεύση της κρέμας
  2. κρεμώδης, που έχει την υφή της κρέμας
  3. κρεμ, που έχει το χρώμα της κρέμας