Μετάβαση στο περιεχόμενο

croissance

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
croissance croissances

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

croissance (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]