Μετάβαση στο περιεχόμενο

crossroads

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
crossroads crossroads
ανώμαλα ουσιαστικά (αγγλικά)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
crossroads < cross + roads

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

crossroads (en)

  • το σταυροδρόμι
    παράδειγμα  When you reach the crossroads, turn left.
    Όταν φτάσεις στο σταυροδρόμι, στρίψε αριστερά.
    παράδειγμα  Constantinople is at the crossroads between two continents and two seas.
    Η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται στο σταυροδρόμι ανάμεσα σε δύο ηπείρους και δύο θάλασσες.
    παράδειγμα  Our country, from a social and cultural point of view, is at a crossroads.
    Η χώρα μας από κοινωνική και πολιτιστική άποψη βρίσκεται σε σταυροδρόμι.